Below in English
Κείμενο George Konstantinou
Το Μεταλλείο Σκουριώτισσας βρίσκεται στην κοιλάδα της Σολέας, στους βόρειους πρόποδες του Τροόδους, κοντά στα χωριά Κατύδατα, Λινού και Φλάσου της επαρχίας Λευκωσίας. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεωλογικά, αρχαιομεταλλουργικά και βιομηχανικά μνημεία της Κύπρου.
Η ιστορία του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον χαλκό, το μέταλλο που διαμόρφωσε την οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις της αρχαίας Κύπρου. Η Σκουριώτισσα συχνά χαρακτηρίζεται ως ένα από τα αρχαιότερα μεταλλεία χαλκού στον κόσμο. Ωστόσο, ο διαδεδομένος ισχυρισμός ότι λειτουργεί αδιάκοπα για περίπου 4.000 ή 5.000 χρόνια δεν είναι ακριβής. Η περιοχή γνώρισε διαφορετικές περιόδους εντατικής εκμετάλλευσης, αλλά και μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η παραγωγή είχε διακοπεί.
Η ονομασία Σκουριώτισσα
Η ονομασία «Σκουριώτισσα» συνδέεται πιθανότατα με τις τεράστιες ποσότητες αρχαίας σκουριάς –του υπολείμματος που απέμενε μετά την καμίνευση του μεταλλεύματος– οι οποίες κάλυπταν την περιοχή.
Η αρχαία μεταλλευτική θέση είναι γνωστή ως Φουκάσα, ενώ στη σύγχρονη μεταλλευτική περιοχή βρίσκονται επίσης τα κοιτάσματα Φοίνιξ και Τρία Βουνάρκα. Οι ονομασίες αυτές αναφέρονται σε διαφορετικά κοιτάσματα ή τμήματα του ευρύτερου μεταλλευτικού πεδίου και δεν πρέπει να θεωρούνται απολύτως ταυτόσημες.
Η γεωλογική δημιουργία του κοιτάσματος
Τα μεταλλεύματα της Σκουριώτισσας σχηματίστηκαν πριν από περίπου 92 εκατομμύρια χρόνια, κατά την Ύστερη Κρητιδική περίοδο, όταν δημιουργήθηκε ο Ωκεάνιος Φλοιός του Τροόδους.
Θερμό θαλασσινό νερό κυκλοφορούσε μέσα στις ρωγμές του νεοσχηματισμένου ωκεάνιου πυθμένα, θερμαινόταν από το μάγμα και διαλυτοποιούσε μέταλλα από τα πετρώματα. Όταν τα θερμά μεταλλοφόρα διαλύματα επέστρεφαν στον πυθμένα της θάλασσας, ψύχονταν απότομα και απέθεταν θειούχα ορυκτά.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα ηφαιστειογενή κοιτάσματα συμπαγών θειούχων μεταλλευμάτων της Κύπρου, τα οποία διεθνώς είναι γνωστά ως Cyprus-type volcanogenic massive sulphide deposits.
Το μετάλλευμα της Σκουριώτισσας αποτελείται κυρίως από:
- σιδηροπυρίτη,
- χαλκοπυρίτη,
- δευτερογενή ορυκτά του χαλκού,
- μικρότερες ποσότητες άλλων θειούχων ορυκτών,
- ίχνη χρυσού και αργύρου σε ορισμένες ζώνες.
Η παρουσία του κοιτάσματος μέσα στις προσκεφαλοειδείς λάβες του Τροόδους αποτελεί άμεση μαρτυρία της ηφαιστειακής και υδροθερμικής δραστηριότητας που επικρατούσε στον αρχαίο ωκεάνιο πυθμένα.
Η αρχαία εκμετάλλευση
Η Κύπρος εξελίχθηκε κατά την Εποχή του Χαλκού σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής και εμπορίας χαλκού στην Ανατολική Μεσόγειο. Κυπριακός χαλκός μεταφερόταν προς το Αιγαίο, την Αίγυπτο, την Εγγύς Ανατολή και άλλες περιοχές με τη μορφή μεταλλεύματος, κατεργασμένου μετάλλου ή χαρακτηριστικών ταλάντων σε σχήμα τεντωμένου δέρματος βοδιού.
Η ιστορική σχέση της Κύπρου με το μέταλλο αποτυπώνεται και στη λατινική έκφραση aes Cyprium, δηλαδή «μέταλλο της Κύπρου». Από αυτήν προέκυψε το λατινικό cuprum και αργότερα η αγγλική λέξη copper.
Η ύπαρξη αρχαίων στοών, φρεάτων, εργαλείων και τεράστιων σωρών σκουριάς αποδεικνύει ότι η Σκουριώτισσα υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα μεταλλευτικά και μεταλλουργικά κέντρα του νησιού. Παρόλο που η ευρύτερη κυπριακή παραγωγή χαλκού ανάγεται στην Εποχή του Χαλκού, οι καλύτερα χρονολογημένες ενδείξεις εντατικής καμίνευσης στη Σκουριώτισσα προέρχονται κυρίως από την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Αρχαίες μέθοδοι εξόρυξης
Οι αρχαίοι μεταλλωρύχοι ακολουθούσαν τις μεταλλοφόρες ζώνες ανοίγοντας στενές υπόγειες στοές και κατακόρυφα ή κεκλιμένα φρεάτια. Εργάζονταν με πέτρινα και μεταλλικά εργαλεία, σφυριά, αξίνες και λυχνάρια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν την τεχνική της πυροδιάρρηξης. Άναβαν φωτιά πάνω στην επιφάνεια του πετρώματος και στη συνέχεια προκαλούσαν απότομη ψύξη, ώστε το πέτρωμα να ρηγματωθεί και να απομακρυνθεί ευκολότερα.
Το μετάλλευμα μεταφερόταν στην επιφάνεια, θρυμματιζόταν και επιλεγόταν προσεκτικά. Ακολουθούσε η καμίνευσή του σε καμίνους μαζί με καύσιμη ύλη και κατάλληλα συλλιπάσματα. Από τη διαδικασία προέκυπτε μεταλλικός χαλκός και μεγάλη ποσότητα σκουριάς.
Οι τεράστιοι σωροί αρχαίας σκουριάς
Όταν ο Αμερικανός μεταλλειολόγος Charles Godfrey Gunther επισκέφθηκε την περιοχή το 1912, περιέγραψε έναν τεράστιο σωρό αρχαίας σκουριάς μήκους περίπου 800 μέτρων, πλάτους 30–90 μέτρων και ύψους που σε ορισμένα σημεία έφθανε τα 20 μέτρα.
Στην περιοχή είχαν καταγραφεί δύο κύριοι τύποι σκουριάς, η λεγόμενη κόκκινη και η μαύρη σκουριά. Σύγχρονες επιστημονικές έρευνες έδειξαν ότι ένας σωρός κόκκινης σκουριάς δημιουργήθηκε πιθανότατα κατά την Ύστερη Ελληνιστική ή την Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο. Η μαύρη σκουριά χρονολογήθηκε περίπου μεταξύ του 4ου και του 6ου αιώνα μ.Χ., δηλαδή κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή και Πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Η τεράστια ποσότητα σκουριάς δείχνει ότι η παραγωγή δεν ήταν περιστασιακή, αλλά οργανωμένη σε πολύ μεγάλη κλίμακα. Υπολογίζεται ότι οι αρχαίοι σωροί σκουριάς της Σκουριώτισσας και του γειτονικού Μαυροβουνίου έφθαναν συνολικά περίπου τα δύο εκατομμύρια τόνους. Αυτό αντιπροσώπευε ενδεχομένως σχεδόν το μισό της γνωστής αρχαίας σκουριάς χαλκού της Κύπρου.
Μεγάλο μέρος αυτών των αρχαίων καταλοίπων καταστράφηκε ή μετακινήθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Η σκουριά χρησιμοποιήθηκε στην οδοποιία, στην παραγωγή τσιμέντου ή υποχώρησε κάτω από τις σύγχρονες εκσκαφές, τους δρόμους και τους σωρούς εξορυκτικών αποβλήτων.
Η διακοπή της αρχαίας παραγωγής
Η εντατική δραστηριότητα φαίνεται ότι συνεχίστηκε έως την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Ακολούθησε μεγάλη κάμψη ή διακοπή της μεταλλευτικής παραγωγής, η οποία διήρκεσε περίπου μία χιλιετία.
Οι παλαιές στοές και οι σωροί σκουριάς παρέμειναν, όμως η μεγάλης κλίμακας εκμετάλλευση δεν επανεμφανίστηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Για αυτόν τον λόγο δεν είναι ιστορικά ορθό να χαρακτηρίζεται η Σκουριώτισσα ως μεταλλείο που λειτουργούσε χωρίς διακοπή από την αρχαιότητα.
Η ανακάλυψη του κοιτάσματος στη σύγχρονη εποχή
Το 1912 ο Charles Godfrey Gunther εντυπωσιάστηκε από τα εκτεταμένα αρχαία κατάλοιπα και αντιλήφθηκε ότι κάτω από αυτά μπορούσαν να υπάρχουν ακόμη εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα χαλκού.
Οι έρευνες οδήγησαν στην αναγνώριση του μεταλλευτικού δυναμικού της Σκουριώτισσας. Το 1916 ιδρύθηκε η αμερικανικών συμφερόντων Cyprus Mines Corporation – CMC, με πρωταγωνιστές τον Seeley W. Mudd, τον γιο του Harvey Seeley Mudd και τον μηχανικό Philip Wiseman.
Η σύγχρονη παραγωγή άρχισε κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η εκμετάλλευση επικεντρώθηκε αρχικά στη Φουκάσα και αργότερα επεκτάθηκε στο κοίτασμα του Φοίνικα.
Η εποχή της Cyprus Mines Corporation
Η εγκατάσταση της CMC άλλαξε ριζικά την οικονομική και κοινωνική ζωή της περιοχής. Κατασκευάστηκαν δρόμοι, εργαστήρια, αποθήκες, κατοικίες, σχολεία, ιατρικές εγκαταστάσεις και ολόκληροι εργατικοί οικισμοί.
Το μετάλλευμα μεταφερόταν προς τις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού και το λιμάνι της περιοχής Ξερού–Καραβοστασίου. Η εταιρεία δημιούργησε επίσης σιδηροδρομικές και άλλες μεταφορικές υποδομές για τη διακίνηση του μεταλλεύματος και των συμπυκνωμάτων.
Σε αντίθεση με την αρχαιότητα, κατά τη σύγχρονη περίοδο τα θειούχα μεταλλεύματα συνήθως εμπλουτίζονταν και εξάγονταν ως συμπυκνώματα για μεταλλουργική κατεργασία στο εξωτερικό. Επομένως, οι σωροί σκουριάς που υπήρχαν στη Σκουριώτισσα προέρχονταν από την αρχαία και όχι από τη σύγχρονη παραγωγή.
Η μεταλλευτική βιομηχανία απασχόλησε χιλιάδες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους εργάτες. Δημιουργήθηκε μια νέα οργανωμένη εργατική τάξη, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας.
Οι εργατικοί αγώνες και η απεργία του 1948
Οι μεταλλωρύχοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του κυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος. Κατά τον 20ό αιώνα πραγματοποιήθηκαν αρκετές κινητοποιήσεις για καλύτερους μισθούς, ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, κοινωνικές παροχές και αναγνώριση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων της CMC το 1948. Στην κινητοποίηση συμμετείχαν από κοινού Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εργάτες. Η απεργία αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα κοινής εργατικής δράσης των δύο κοινοτήτων κατά την περίοδο της Βρετανικής Αποικιοκρατίας.
Οι αγώνες αυτοί είχαν μεγάλο κοινωνικό κόστος, αλλά συνέβαλαν στη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών και στην ανάπτυξη του οργανωμένου εργατικού κινήματος της Κύπρου.
Η διακοπή του 1974
Η τουρκική εισβολή του 1974 προκάλεσε καθοριστική ανατροπή στη λειτουργία της CMC. Το Μεταλλείο Σκουριώτισσας παρέμεινε στις ελεύθερες περιοχές, όμως σημαντικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, μεταφοράς και εξαγωγής στην περιοχή του Ξερού και του Καραβοστασίου βρέθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές.
Η παραγωγική αλυσίδα διακόπηκε και η CMC σταμάτησε τις εργασίες της στην Κύπρο. Μέχρι το 1976 η εταιρεία είχε ουσιαστικά αποχωρήσει από το νησί, κλείνοντας μια βιομηχανική περίοδο σχεδόν εξήντα ετών.
Η επαναλειτουργία και η παραγωγή καθαρού χαλκού
Κατά τις επόμενες δεκαετίες πραγματοποιήθηκαν νέες προσπάθειες αξιοποίησης των φτωχότερων κοιτασμάτων και των παλαιών εξορυκτικών υπολειμμάτων.
Το 1996 η παραγωγή χαλκού στη Σκουριώτισσα επανήρχισε με τη μέθοδο:
Εκχύλιση – Εκχύλιση με διαλύτες – Ηλεκτρανάκτηση
Leaching – Solvent Extraction – Electrowinning, SX–EW
Με τη μέθοδο αυτή το θρυμματισμένο μετάλλευμα τοποθετούνταν σε σωρούς και διαβρεχόταν με αραιό διάλυμα θειικού οξέος. Ο χαλκός περνούσε στο διάλυμα, καθαριζόταν με οργανικούς διαλύτες και τελικά ανακτούταν ηλεκτρολυτικά σε μορφή καθόδων χαλκού καθαρότητας έως 99,999%.
Από το 1996 μέχρι το 2019 η Σκουριώτισσα αποτελούσε τη μοναδική ενεργή μεταλλευτική μονάδα παραγωγής μεταλλικού χαλκού στην Κύπρο.
Από τον χαλκό στο νικέλιο
Μετά τη διακοπή της παραγωγής καθόδων χαλκού, οι εγκαταστάσεις της Σκουριώτισσας προσαρμόστηκαν για την υδρομεταλλουργική επεξεργασία εισαγόμενων νικελιούχων πρώτων υλών.
Το υλικό μεταφέρεται στη Σκουριώτισσα, όπου υποβάλλεται σε εκχύλιση, αποσιδήρωση, καθαρισμό και κρυστάλλωση. Το τελικό προϊόν είναι θειικό εξαϋδρικό νικέλιο, NiSO₄·6H₂O, μια εξειδικευμένη πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στην κατασκευή μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων.
Επομένως, η Σκουριώτισσα εξακολουθεί να αποτελεί βιομηχανική μεταλλουργική περιοχή, αλλά η σημερινή δραστηριότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την παλαιότερη εξόρυξη και παραγωγή κυπριακού χαλκού.
Η αρχαιολογική έρευνα
Η σύγχρονη υπαίθρια εκμετάλλευση κατέστρεψε ή αλλοίωσε μεγάλο μέρος του αρχαίου μεταλλευτικού τοπίου. Παρ’ όλα αυτά, ιστορικοί χάρτες, αεροφωτογραφίες, αρχεία της CMC, παλιές τοπογραφικές αποτυπώσεις και σύγχρονες αρχαιομετρικές αναλύσεις επέτρεψαν στους ερευνητές να ανασυνθέσουν μέρος της αρχαίας εικόνας.
Σημαντικά ευρήματα αποτελούν:
- αρχαίες υπόγειες στοές και φρεάτια,
- λίθινα και μεταλλικά εργαλεία,
- μεταλλευτικά λυχνάρια,
- εγκαταστάσεις θραύσης και επεξεργασίας μεταλλεύματος,
- κατάλοιπα καμίνων,
- τεράστιοι σωροί σκουριάς,
- αρχαίες αποθέσεις και οικοδομικά κατάλοιπα,
- εκτεταμένη νεκρόπολη, η οποία είχε καταγραφεί πριν επηρεαστεί από τις νεότερες εργασίες.
Περισσότερα από 300 αρχαία κυπριακά αντικείμενα που είχαν μεταφερθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο της ιστορίας της CMC δρομολογήθηκαν για επαναπατρισμό, έπειτα από συνεργασία του Πανεπιστημίου Κύπρου με το Harvey Mudd College και εκπροσώπους της οικογένειας Mudd.
Περιβαλλοντικές επιπτώσεις
Η εξόρυξη άφησε ισχυρό αποτύπωμα στο τοπίο. Οι ανοικτές εκσκαφές, τα στείρα υλικά, οι σωροί εκχύλισης και οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας άλλαξαν τη φυσική μορφολογία της περιοχής.
Τα θειούχα μεταλλεύματα, όταν εκτίθενται στο οξυγόνο και στο νερό, μπορούν να προκαλέσουν όξινη απορροή μεταλλείων. Για τον περιορισμό των επιπτώσεων απαιτούνται:
- συλλογή και επεξεργασία των όξινων νερών,
- στεγανοποίηση και παρακολούθηση των σωρών εκχύλισης,
- ασφαλής διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων,
- σταθεροποίηση των πρανών,
- προσθήκη φυτοχώματος και αποκατάσταση της βλάστησης,
- συνεχής έλεγχος του εδάφους και των υπόγειων νερών.
Οι τεχνητές λίμνες και οι χαρακτηριστικές αποχρώσεις του εδάφους αποτελούν μέρος ενός βιομηχανικού τοπίου και όχι φυσικές λίμνες κατάλληλες για κολύμβηση ή ανεξέλεγκτη πρόσβαση.
Το Μεταλλείο και το Γεωπάρκο Τροόδους
Η Σκουριώτισσα συμπεριλαμβάνεται στο Γεωπάρκο Τροόδους, το οποίο ανήκει στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO. Η ένταξη αφορά το γεωλογικό και μεταλλευτικό ενδιαφέρον του ευρύτερου τοπίου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το μεταλλείο αποτελεί ξεχωριστό Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Αποτελεί, όμως, σημαντικό γεώτοπο μέσα σε ένα αναγνωρισμένο Παγκόσμιο Γεωπάρκο.
Ένα μοναδικό ιστορικό τοπίο
Η Σκουριώτισσα δεν είναι απλώς ένα παλιό μεταλλείο. Είναι ένα τοπίο στο οποίο συναντώνται η γεωλογική ιστορία ενός αρχαίου ωκεανού, η μεταλλουργία της αρχαιότητας, η βιομηχανική ανάπτυξη του 20ού αιώνα, οι κοινοί εργατικοί αγώνες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και οι σύγχρονες τεχνολογίες υδρομεταλλουργίας.
Οι αρχαίες στοές, οι σωροί σκουριάς, οι ανοικτές εκσκαφές και τα βιομηχανικά κατάλοιπα αποτελούν διαφορετικά κεφάλαια της ίδιας μακράς ιστορίας. Η προστασία και η επιστημονική τεκμηρίωσή τους είναι απαραίτητες, ώστε αυτό το εξαιρετικά σημαντικό μέρος της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου να διατηρηθεί για τις επόμενες γενιές.
Εναέριες λήψεις: 29 Δεκεμβρίου 2019
Σύντομο χρονολόγιο
- Πριν από περίπου 92 εκατομμύρια χρόνια: Δημιουργία των θειούχων κοιτασμάτων στον ωκεάνιο φλοιό του Τροόδους.
- Αρχαιότητα: Υπόγεια εξόρυξη και καμίνευση μεταλλεύματος στη Φουκάσα.
- Ύστερη Ελληνιστική–Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδος: Παραγωγή της χρονολογημένης κόκκινης σκουριάς.
- 4ος–6ος αιώνας μ.Χ.: Περίοδος εξαιρετικά εντατικής μεταλλουργικής παραγωγής.
- Μεσαιωνικοί–νεότεροι χρόνοι: Μεγάλη κάμψη ή διακοπή της παραγωγής.
- 1912–1914: Έρευνες του Charles Godfrey Gunther.
- 1916: Ίδρυση της Cyprus Mines Corporation.
- Πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα: Έναρξη της σύγχρονης συστηματικής εκμετάλλευσης.
- 1948: Μεγάλη κοινή απεργία Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων μεταλλωρύχων.
- 1974: Διακοπή της παραγωγικής αλυσίδας μετά την τουρκική εισβολή.
- 1976: Οριστική αποχώρηση της CMC από την Κύπρο.
- 1996: Επαναλειτουργία της παραγωγής χαλκού με τη μέθοδο SX–EW.
- 2019: Τερματισμός της παραγωγής καθόδων χαλκού.
- Νεότερη περίοδος: Αξιοποίηση των εγκαταστάσεων για την παραγωγή προϊόντων νικελίου.
Πηγές
- Geological Survey Department of Cyprus – Troodos Ophiolite and Geopark
- Mines Service of Cyprus – Copper and gold
- Mines Service of Cyprus – Nickel production at Skouriotissa
- Kassianidou et al. – Reconstructing an ancient mining landscape at Skouriotissa
- Ancient Mining Tools from Cyprus
- Hellenic Copper Mines – Company history
Skouriotissa Copper Mine – Ancient Phoukasa and the modern mining history of Cyprus
Text by George Konstantinou
The Skouriotissa Mine is situated in the Solea Valley, on the northern foothills of the Troodos Mountains, close to the villages of Katydata, Linou and Flasou in Nicosia District. It is one of the most important geological, archaeometallurgical and industrial monuments of Cyprus.
Its history is directly connected with copper, the metal that shaped the economy and international relations of ancient Cyprus. Skouriotissa is frequently described as one of the oldest copper mines in the world. However, the widespread claim that it has operated continuously for approximately 4,000 or 5,000 years is inaccurate. The area experienced several periods of intensive exploitation, separated by long intervals during which production had ceased.
The name Skouriotissa
The name “Skouriotissa” is probably connected with the enormous quantities of ancient slag—the residue left after the smelting of the ore—which once covered the area.
The ancient mining site is known as Phoukasa, while the modern mining district also contains the Phoenix and Tria Vounarka deposits. These names refer to different deposits or parts of the wider mining field and should not be treated as entirely identical.
Geological formation of the deposit
The Skouriotissa ores formed approximately 92 million years ago, during the Late Cretaceous Period, when the oceanic crust of Troodos was created.
Heated seawater circulated through cracks in the newly formed ocean floor, reacted with the rocks and dissolved metals from them. When these hot, metal-bearing fluids returned to the seabed, they cooled rapidly and deposited sulphide minerals.
This process created the volcanogenic massive sulphide deposits of Cyprus, internationally known as Cyprus-type VMS deposits.
The Skouriotissa ore consists mainly of:
- pyrite,
- chalcopyrite,
- secondary copper minerals,
- smaller quantities of other sulphide minerals,
- traces of gold and silver in certain zones.
The deposit’s occurrence within the Troodos pillow lavas is direct evidence of the volcanic and hydrothermal activity that took place on the ancient ocean floor.
Ancient exploitation
During the Bronze Age, Cyprus developed into one of the most important centres for the production and trade of copper in the eastern Mediterranean. Cypriot copper was transported to the Aegean, Egypt, the Near East and other regions as ore, processed metal or characteristic oxhide-shaped ingots.
The island’s historical relationship with the metal is also reflected in the Latin expression aes Cyprium, meaning “metal of Cyprus”. This subsequently became cuprum, from which the English word copper developed.
Ancient galleries, shafts, tools and enormous accumulations of slag demonstrate that Skouriotissa was one of the island’s major mining and metallurgical centres. Although copper production in Cyprus extends back to the Bronze Age, the best-dated evidence for intensive smelting at Skouriotissa belongs mainly to the Hellenistic, Roman and Early Byzantine periods.
Ancient mining methods
Ancient miners followed the mineralised zones by excavating narrow underground galleries and vertical or inclined shafts. They worked with stone and metal tools, hammers, picks and oil lamps.
In some cases they employed fire-setting. A fire was lit against the rock face, which was then rapidly cooled so that the rock fractured and could be removed more easily.
The ore was carried to the surface, crushed and carefully selected. It was then smelted in furnaces together with fuel and suitable fluxes. The process produced metallic copper and large quantities of slag.
The enormous ancient slag heaps
When American mining engineer Charles Godfrey Gunther visited the area in 1912, he described a huge ancient slag heap approximately 800 metres long, 30–90 metres wide and, in places, as much as 20 metres high.
Two principal slag types had been documented: so-called red slag and black slag. Modern scientific investigations have shown that one red-slag heap was probably created during the Late Hellenistic or Early Roman period. The black slag was dated to approximately the fourth to sixth centuries AD, during the Late Roman and Early Byzantine periods.
The enormous amount of slag shows that production was not occasional but organised on a very large scale. The ancient slag heaps of Skouriotissa and neighbouring Mavrovouni are estimated to have originally amounted to approximately two million tonnes. This may have represented almost half of the known ancient copper slag of Cyprus.
A large part of these ancient remains was destroyed or displaced during the twentieth century. Slag was quarried for road construction and cement production, while other remains disappeared beneath modern excavations, roads and mine-waste dumps.
Decline of ancient production
Intensive activity appears to have continued until the Early Byzantine period. It was followed by a major decline or interruption in mining production lasting approximately a millennium.
The old galleries and slag heaps remained, but large-scale exploitation did not reappear until the beginning of the twentieth century. Skouriotissa should therefore not be described as a mine that operated without interruption from antiquity to the present.
Modern rediscovery of the deposit
In 1912, Charles Godfrey Gunther was impressed by the extensive ancient remains and realised that commercially exploitable copper deposits might still survive beneath them.
The investigations led to the recognition of Skouriotissa’s mining potential. In 1916, the American-owned Cyprus Mines Corporation—CMC was established by Seeley W. Mudd, his son Harvey Seeley Mudd and mining engineer Philip Wiseman.
Modern production began during the first decades of the twentieth century. Exploitation initially concentrated on Phoukasa and later expanded to the Phoenix deposit.
The Cyprus Mines Corporation period
The establishment of the CMC radically changed the economic and social life of the region. Roads, workshops, warehouses, houses, schools, medical facilities and entire workers’ settlements were constructed.
Ore was transported to the processing installations and port facilities in the Xeros–Karavostasi area. The company also developed railway and other transport infrastructure for moving ore and concentrates.
Unlike ancient production, modern sulphide ores were generally concentrated and exported for metallurgical treatment abroad. The slag heaps at Skouriotissa therefore belonged to the ancient rather than the modern phase of production.
The mining industry employed thousands of Greek Cypriot and Turkish Cypriot workers. It contributed to the creation of a new organised working class whose members faced difficult and dangerous working conditions.
Labour struggles and the 1948 strike
The miners played an important role in the history of the Cypriot trade union movement. During the twentieth century they organised several campaigns for improved wages, humane working conditions, social benefits and recognition of trade union rights.
The major CMC miners’ strike of 1948 was especially important. Greek Cypriot and Turkish Cypriot workers participated together in the industrial action. The strike became one of the most significant examples of common labour action by the two communities during British colonial rule.
These struggles had a considerable social cost, but they contributed to improved working conditions and the development of Cyprus’s organised labour movement.
The interruption of 1974
The Turkish invasion of 1974 brought a decisive change to CMC’s operations. The Skouriotissa Mine remained within the government-controlled areas, but important processing, transport and export facilities around Xeros and Karavostasi came under occupation.
The production chain was broken and CMC ceased its operations in Cyprus. By 1976 the company had effectively withdrawn from the island, ending an industrial period that had lasted almost sixty years.
Reopening and the production of pure copper
During the following decades, new attempts were made to exploit lower-grade deposits and previously mined material.
Copper production at Skouriotissa resumed in 1996 using the:
Leaching – Solvent Extraction – Electrowinning process, SX–EW
Crushed ore was placed in heaps and irrigated with a dilute sulphuric-acid solution. Copper passed into the solution, was purified through solvent extraction and was finally recovered electrolytically as copper cathodes with a purity of up to 99.999 per cent.
Between 1996 and 2019, Skouriotissa was the only active operation producing metallic copper in Cyprus.
From copper to nickel
Following the end of copper-cathode production, the Skouriotissa installations were adapted for the hydrometallurgical treatment of imported nickel-bearing raw materials.
The material is transported to Skouriotissa, where it undergoes leaching, iron removal, purification and crystallisation. The final product is nickel sulphate hexahydrate, NiSO₄·6H₂O, a specialised raw material used, among other applications, in the production of batteries for electric vehicles.
Skouriotissa therefore continues to serve as an industrial and metallurgical area, although the present activity should not be confused with the earlier mining and production of Cypriot copper.
Archaeological research
Modern open-cast mining destroyed or altered much of the ancient mining landscape. Nevertheless, historical maps, aerial photographs, CMC archives, old topographic surveys and modern archaeometric analyses have enabled researchers to reconstruct part of its ancient appearance.
Important remains include:
- ancient underground galleries and shafts,
- stone and metal tools,
- miners’ lamps,
- ore-crushing and processing installations,
- furnace remains,
- enormous slag heaps,
- ancient deposits and architectural remains,
- an extensive necropolis documented before it was affected by modern operations.
More than 300 ancient Cypriot objects taken to the United States through the historical activities of the CMC were set on a path towards repatriation following cooperation between the University of Cyprus, Harvey Mudd College and representatives of the Mudd family.
Environmental impact
Mining has left a powerful mark on the landscape. Open pits, waste rock, leaching heaps and processing installations have changed the natural topography of the area.
When sulphide ores are exposed to oxygen and water, they can generate acid mine drainage. Measures required to limit these impacts include:
- collecting and treating acidic water,
- lining and monitoring leaching heaps,
- safely managing mining waste,
- stabilising slopes,
- adding topsoil and restoring vegetation,
- continuously monitoring soil and groundwater.
The artificial ponds and the unusually coloured ground form part of an industrial landscape. They are not natural lakes suitable for swimming or unrestricted access.
The mine and the Troodos Geopark
Skouriotissa is included within the Troodos Geopark, which belongs to the UNESCO Global Geoparks Network. Its inclusion relates to the geological and mining importance of the broader landscape.
This does not mean that the mine is a separate UNESCO World Heritage Site. It is, however, an important geosite within a recognised UNESCO Global Geopark.
A unique historical landscape
Skouriotissa is more than an old mine. It is a landscape where the geological history of an ancient ocean meets ancient metallurgy, twentieth-century industrial development, the common labour struggles of Greek and Turkish Cypriots and modern hydrometallurgical technology.
The ancient galleries, slag heaps, open pits and industrial remains represent different chapters of the same long history. Their protection and scientific documentation are essential if this exceptionally important part of Cyprus’s natural and cultural heritage is to be preserved for future generations.
Aerial footage: 29 December 2019
Brief chronology
- Approximately 92 million years ago: Formation of the sulphide deposits in the Troodos oceanic crust.
- Antiquity: Underground mining and ore smelting at Phoukasa.
- Late Hellenistic–Early Roman period: Formation of the dated red-slag deposit.
- Fourth–sixth centuries AD: Period of exceptionally intensive metallurgical production.
- Medieval–early modern period: Major decline or interruption of production.
- 1912–1914: Investigations by Charles Godfrey Gunther.
- 1916: Establishment of the Cyprus Mines Corporation.
- First decades of the twentieth century: Beginning of systematic modern exploitation.
- 1948: Major joint strike by Greek Cypriot and Turkish Cypriot miners.
- 1974: Disruption of the production chain following the Turkish invasion.
- 1976: Final withdrawal of CMC from Cyprus.
- 1996: Resumption of copper production using the SX–EW process.
- 2019: End of copper-cathode production.
- Recent period: Use of the industrial installations for the production of nickel products.
Sources
- Geological Survey Department of Cyprus – Troodos Ophiolite and Geopark
- Mines Service of Cyprus – Copper and gold
- Mines Service of Cyprus – Nickel production at Skouriotissa
- Kassianidou et al. – Reconstructing an ancient mining landscape at Skouriotissa
- Ancient Mining Tools from Cyprus
- Hellenic Copper Mines – Company history
No comments:
Post a Comment