See also
All about Cyprus - Όλα για την Κύπρο
Η δημιουργία της νήσου Κύπρου (Μέρος Β) - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 17/3/2019
Άρθρα του Γιώργου Κωνσταντίνου (162) στην εφημερίδα Πολίτης – George Konstantinou Articles at Politis newspaper from 24/9/2017 – 1/11/2020
Γένεση της Κύπρου, Ελέφαντες, Ιπποπόταμοι και Νεολιθικοί άνθρωποι - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 31/12/2017
Below
in English
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 20/1/2019
Κείμενο, φωτογραφίες και βίντεο Γιώργος Κωνσταντίνου
Η Κύπρος θεωρείται ωκεάνιο νησί και είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης τεκτονικών πλακών. Πριν εκατομμύρια χρόνια, η αφρικανική πλάκα συγκρούστηκε με την ευρασιατική πλάκα, με αποτέλεσμα η πρώτη να βυθιστεί κάτω από την ευρασιατική. Κατά τη διάρκεια της βύθισης, η ελαφρότερη πέτρα από τη βυθισμένη πλάκα άρχισε να λιώνει και μετά, υπό μορφή λάβας, να ανυψώνεται προς την επιφάνεια της γης. Η λάβα αυτή στην επαφή της με το νερό στερεοποιείται και αποτέλεσμα ήταν η γένεση της Κύπρου αρχικά με την δημιουργία του Τροόδους και μετά του Πενταδακτύλου που ήταν 2 ξεχωριστά νησιά. Φανταστείτε την τότε προϊστορική Κύπρο να αποτελείτε από δύο καταπράσινα νησιά. Η άνοδος συνεχίστηκε (και ακόμα συνεχίζετε) ενώ ισχυρές βροχοπτώσεις της τότε εποχής διάβρωναν τις 2 οροσειρές που τότε ήταν πολύ πιο ψηλές από ότι είναι σήμερα μεταφέροντας τεράστιες ποσότητες ιζημάτων δημιουργώντας την πεδιάδα της Μεσαορίας ενώνοντας έτσι τις 2 οροσειρές και την τελική εικόνα της Κύπρου.
Απολιθωμένα φύλλα από Λάπηθο
Αμέσως μετά την εμφάνιση της πρώτης ξηράς, άρχισε να εμφανίζετε και η πρώτη ζωή. Έντομα ταξίδευσαν από τις γειτονικές χώρες μέσο του αέρα και επιπλέοντες κορμούς, καθώς και τα πρώτα φυτά σε μορφή σπόρων μεταφερμένων από πουλιά, τον αέρα , και την θάλασσα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρων παρουσιάζουν τα θαλάσσια απολιθώματα κοχιλιών , θαλάσσιων οργανισμών , ψαριών, θαλάσσιων φυτών και οστά από θαλάσσια και χερσαία θηλαστικά. Θαλάσσια απολιθώματα συναντούμε σε ολόκληρη την Κύπρο από τις ακτές μέχρι την ενδοχώρα , ακόμη και στην κορυφή του Τροόδους. Η διαδικασία της ανάδυσης της Κύπρου από τη θάλασσα όπως την ξέρουμε σήμερα διήρκεσε εκατομμύρια χρόνια με αποτέλεσμα θαλάσσιοι οργανισμοί να βρεθούν στην ξηρά και να κλειστούν μέσα σε ιζήματα. Τα απολιθώματα είναι υπολείμματα από φυτά και ζώα που έζησαν στο παρελθόν, βρίσκονται κλεισμένα μέσα σε ιζήματα και έχουν ηλικία πέραν των 10.000 χρόνων. Αυτά μπορεί να είναι ολόκληρος ο σκελετός του οργανισμού, τμήμα του, τα ίχνη του ακόμα και το αποτύπωμά του.
Η επιστήμη που μελετά τα απολιθώματα ονομάζεται παλαιοντολογία και θεωρείται μια από τις πιο σπουδαίες επιστήμες διότι η μελέτη των απολιθωμάτων βοήθα στην κατανόηση της εξέλιξης της ζωής στον πλανήτη μας. Επίσης τα απολιθώματα μας δίνουν πληροφορίες για τα ζώα και τα φυτά που έζησαν πριν εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή τα είδη που υπήρχαν και εξαφανίστηκαν και γιατί, καθώς και πώς έχουν εξελιχθεί οι οργανισμοί αυτοί διά μέσου των εκατομμυρίων χρόνων. Μπορούμε επίσης μέσω των απολιθωμάτων να κατανοήσουμε τις κλιματολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της γεωλογικής ιστορίας της Γης. Σε πολλές περιοχές συναντούμε διαφορετικά είδη και αυτό οφείλετε στις κλιματολογικές αλλαγές των τελευταίων εκατομμυρίων ετών που είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση πολλών ειδών και την εμφάνιση νέων. Αυτό το φαινόμενο έχει συμβεί στο παρελθών αρκετές φορές. Αυτό το φαινόμενο το ζούμε και σήμερα όπου με την αύξηση της θερμοκρασίας στην μεσόγειο πολλά ειδή από την ερυθρά θάλασσα και με είσοδο από την διώρυγα του Σουέζ άρχισαν να εγκλιματίζονται στα νερά μας και που πολλά από αυτά τα είδη έχουν καταστροφικές συνέπιες στα υπάρχοντα είδη. Απολιθώματα θαλάσσιων θηλαστικών όπως δελφίνια και τεράστιες φάλαινες έχουμε βρει στην ευρύτερη περιοχή Λευκωσίας καθώς και δόντια από πολλά διαφορετικά είδη καρχαριών και οστά θαλάσσιων χελωνών.
Δόντι λευκού καρχαρία από το Τσέρι
Τα παλαιότερα απολιθώματα που συναντούμε στην Κύπρο είναι τα θαλάσσια απολιθώματα της ανώτερης τριαδικής περιόδου και με ηλικία πέραν των 200 εκατομμυρίων ετών. Φυσικά αυτήν την περίοδο η Κύπρος δεν υπήρχε. Κατά την ανάδυση της από την θάλασσα έφερε στην επιφάνεια και τα ιζήματα της αρχέγονης αυτής περιόδου. Τα ιζήματα αυτά τα συναντούμε σε 3 - 4 διαφορετικές περιοχές της Κύπρου με σημαντικά απολιθώματα όπως διάφορα είδη από Αμμωνίτες, Belemnites, Hydrozoan και Halobia. Επίσης σημαντικά είναι τα φυτικά απολιθώματα που βρήκαμε όπως φύλλα από διάφορα φυτά , ξύλα, καρπούς , και κουκουνάρια από διάφορα κωνοφόρα άγνωστα δέντρα , που έζησαν στο νησί μας και τώρα δεν υπάρχουν.
Τεράστιος κώνος πεύκης από άγνωστο είδος κλεισμένος σε ίζημα.
Απολιθώματα από κωνοφόρα δέντρα έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές της Λευκωσίας που μαρτυρούν ότι κατά την πλειστόκαινο περίοδο (χρονική περίοδος που κάλυψε από 1.8 εκατ χρόνια έως 11.000 χρόνια πριν) υπήρχαν απέραντα δάση. Τα φυτικά απολιθώματα που συναντούμε στην Κύπρο είναι μικρά κομμάτια ξύλου κλεισμένα μέσα σε ιζήματα, απολιθωμένα φύλλα και καρπούς δέντρων ως επί το πλείστο κουκουνάρια από διάφορα είδη κωνοφόρων δέντρων. Εκπληκτικά είναι τα τεράστια απολιθωμένα κουκουνάρια που βρέθηκαν σε μια περιοχή στους πρόποδες του Τροόδους και ανήκουν σε ένα άγνωστο είδος κωνοφόρου που έζησε στην Κύπρο και εξαφανίστηκε πριν 1,8 εκατομμύρια χρόνια. Κάρβουνα εκατομμυρίων ετών που έχουν βρεθεί αρκετά μέτρα κάτω από το έδαφος υποδεικνύουν αρχέγονες πυρκαγιές που ήταν αποτέλεσμα κεραυνών. Γενικά τα φυτικά απολιθώματα υποδεικνύουν μια Κύπρο καταπράσινη με απέραντα δάση παντού. Κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο έχουμε παρουσία ενδημικής νησιωτικής πανίδας Στο Ανώτερο Πλειόκαινο και Πλειστόκαινο είχαμε ισχυρές, γρήγορες κλιματικές μεταβολές. Οι παγετώδεις περίοδοι ακολουθούνταν από θερμότερες μεσοπαγετώδεις περιόδους. Καινούργιες έρευνες έχουν δείξει ότι θα πρέπει να είχαμε μέχρι 30 παγετώδεις περιόδους τα τελευταία 3 εκ. έτη (μία κάθε 100.000 χρόνια)
Δόντι νάνου ελέφαντα σε όχθη δρόμου
Στις παγετώδεις περιόδους η έκταση της Κύπρου αυξάνει αλλά ποτέ δεν ενώνεται με την κοντινή χέρσο. Μόνο διασπορά μέσω θάλασσας μπορεί να εξηγήσει αυτή την μοναδική σύνθεση της ενδημικής πανίδας της Κύπρου, όπου στο νησί έφτασαν ζώα με κολυμβητικές ικανότητες. Τα φυτοφάγα ζώα είναι εξαίρετοι κολυμβητές, σε αντίθεση με τα μεγάλα σαρκοφάγα. Η στάθμη της θάλασσας κατά τις περιόδους αυτές ήταν κατά 100-120 μέτρα περίπου χαμηλότερη από την σημερινή. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια των παγετώνων του Πλειστοκαίνου, η Κύπρος απείχε από την πλησιέστερη ξηρά (τον κόλπο Αλεξανδρέττας) περίπου 30 km. και με πολλά ενδιάμεσα νησάκια. Επομένως, είτε κολυμπώντας, είτε επιπλέοντας πάνω σε κορμούς δέντρων, τα ζώα αυτά μπόρεσαν να φθάσουν μέχρι το νησί και να το εποικίσουν. Τα ζώα αυτά είναι ιπποπόταμοι (Phanourios minutus) , ελέφαντες (E. Cypriotes) (σε κανονικό μεγάλο μέγεθος) η μοσχογαλή , μερικά είδη τρωκτικών (μυγαλες, ακανθοποντικος) , χελώνες ξηράς , χελώνες γλυκού νερού, πουλιά και ερπετά . H Πλειστοκαινική πανίδα της Κύπρου, όπως και όλων των νησιών της Μεσογείου, (Κρήτη, Σαρδηνία, Ρόδο, Τήλο, Κορσική, Σικελία). χαρακτηρίζεται ως μη ισορροπημένη, εξαιτίας της απουσίας των σαρκοφάγων ζώων. Στην Κύπρο το μοναδικό σαρκοφάγο ζώο του Πλειστοκαίνου είναι ένα είδος μοσχογαλής (Geneta plesictοides). Μικρό σαρκοφάγο με μέγεθος μικρότερο από γάτα που τρεφόταν με σαύρες , πουλιά και τρωκτικά. Τα φυτά και τα ζώα που ζουν σε γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές έχουν την τάση να αναπτύσσουν ενδημικές μορφές.
Κάτω σιαγόνα νάνου ελέφαντα
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα αυτής της απομόνωσης είναι η δημιουργία γιγαντιαίων μορφών στα μικρού μεγέθους σπονδυλωτά (ερπετά, πτηνά, θηλαστικά) και η δημιουργία νάνων μορφών στα μεγάλου μεγέθους ζώα, όπως οι ελέφαντες, οι ιπποπόταμοι και τα ελάφια.
Αιτίες του νανισμού και του γιγαντισμού στα νησιώτικα οικοσυστήματα είναι: Η μικρή έκταση των νησιών σε σχέση με τις ηπειρωτικές περιοχές, οι μειωμένες πηγές τροφής, η απουσία εχθρών (θηρευτών), η μείωση της γονιδιακής δεξαμενής και η ενδογαμία.
Οι κυπριακοί ελέφαντες και οι ιπποπόταμοι μετά την επίδραση του νανισμού είχαν μήκος μέχρι 1,5 μέτρο και 75 εκατοστά ύψος και με βάρος περίπου 250 κιλά. Το μικρό μέγεθος, τους έδωσε μεγαλύτερη ευκινησία και προσαρμοστικότητα στο σχετικά ορεινό και ημιορεινό κυπριακό περιβάλλον και στις περιορισμένες πηγές τροφής. Ακόμα ένα θαύμα της φύσης που ο μόνος σκοπός του νανισμού ήταν την επιβίωση των ζώων και την διαιώνιση του είδους.
Με την πάροδο των χιλιάδων χρόνων και λόγο της απομόνωσης τους στο νησιώτικο περιβάλλον τα ζώα αυτά εξελιχθήκαν σε ενδημικά ζώα της Κύπρου. Και όταν λέμε ενδημικά ζώα της Κύπρου σημάνει ότι αυτά τα ζώα ζούσαν στην Κύπρο και πουθενά αλλού στον κόσμο. Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη των ζώων αυτών στην Κύπρο έγινε από την βρετανίδα παλαιοντολόγο Ροδοθεα Μπέιτς το 1903.
Η συνέχεια την ερχόμενη Κυριακή. Η δημιουργία της νήσου Κύπρου (Μέρος Β) - Του Γιώργου Κωνσταντίνου - Εφημερίδα πολίτης 17/3/2019
Σπόνδυλος τεράστιας φάλαινας από Λευκωσία
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου γεννήθηκε το 1960 στη Λευκωσία και είναι φυσιοδίφης ερευνητής της κυπριακής βιοποικιλότητας. Φωτογράφος και κινηματογραφιστής αγρίας ζωής και πρόεδρος του συνδέσμου προστασίας φυσικής κληρονομίας και βιοποικιλότητας της Κύπρου. Με ακούραστη δράση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσον αφορά το περιβάλλον και την βιοποικιλότητα του τόπου μας.
Επικοινωνία fanigeorge@hotmail.com
Τηλ. 96376823
GEORGE KONSTANTINOU, 20/1/2019
Text, photographs and video: George Konstantinou
Cyprus is considered an oceanic island and is the result of the collision of tectonic plates. Millions of years ago, the African Plate collided with the Eurasian Plate, resulting in the former sinking beneath the Eurasian Plate. During this subduction, the lighter rock from the submerged plate began to melt and then, in the form of lava, rise towards the surface of the Earth. When this lava came into contact with water, it solidified, resulting in the birth of Cyprus, initially with the formation of Troodos and later Pentadaktylos, which were two separate islands.
Imagine prehistoric Cyprus at that time consisting of two lush green islands. The uplift continued—and is still continuing—while the heavy rainfall of that period eroded the two mountain ranges, which were then much higher than they are today, transporting enormous quantities of sediment and creating the Mesaoria Plain, thus joining the two mountain ranges and producing the final form of Cyprus.
Immediately after the appearance of the first land, the first forms of life also began to appear. Insects travelled from neighbouring countries through the air and on floating tree trunks, while the first plants arrived in the form of seeds transported by birds, the wind and the sea.
Of particular interest are the marine fossils of shells, marine organisms, fish and marine plants, as well as bones of marine and terrestrial mammals. Marine fossils are found throughout Cyprus, from the coasts to the interior and even at the summit of Troodos.
The process through which Cyprus emerged from the sea and acquired the form we know today lasted millions of years, resulting in marine organisms being raised onto dry land and becoming enclosed within sediments.
Fossils are the remains of plants and animals that lived in the past, preserved within sediments and more than 10,000 years old. They may consist of the entire skeleton of an organism, part of it, its traces or even its imprint.
The science that studies fossils is called palaeontology and is considered one of the most important sciences because the study of fossils helps us understand the evolution of life on our planet.
Fossils also provide information about the animals and plants that lived millions of years ago: which species existed and became extinct and why, as well as how these organisms evolved over millions of years.
Through fossils, we can also understand climatic changes during the geological history of the Earth. In many areas we encounter different species, and this is due to the climatic changes of the last millions of years, which resulted in the extinction of many species and the appearance of new ones.
This phenomenon has occurred several times in the past. We are also experiencing it today, as rising temperatures in the Mediterranean have allowed many species from the Red Sea, entering through the Suez Canal, to begin adapting to our waters, with many of these species having destructive consequences for existing species.
We have found fossils of marine mammals such as dolphins and enormous whales in the wider Nicosia area, as well as teeth from many different species of sharks and bones of sea turtles.
The oldest fossils found in Cyprus are marine fossils from the Upper Triassic period, more than 200 million years old. Of course, Cyprus did not exist during that period. As the island emerged from the sea, it brought sediments from this ancient period to the surface.
These sediments are found in three or four different areas of Cyprus and contain important fossils such as various species of ammonites, belemnites, hydrozoans and Halobia.
Also important are the plant fossils that we have found, including leaves from various plants, wood, fruits and cones from various unknown coniferous trees that once lived on our island but no longer exist.
Conifer fossils have been found in many areas of Nicosia, indicating that during the Pleistocene period—a period extending from 1.8 million years ago until 11,000 years ago—there were vast forests.
The plant fossils found in Cyprus include small pieces of wood enclosed in sediments, fossilised leaves and tree fruits, mostly cones from various species of coniferous trees.
Particularly impressive are the enormous fossilised cones discovered in an area in the foothills of Troodos. They belong to an unknown species of conifer that lived in Cyprus and disappeared 1.8 million years ago.
Pieces of charcoal millions of years old, discovered several metres beneath the ground, indicate ancient fires caused by lightning. In general, the plant fossils indicate a green Cyprus covered with extensive forests.
During the Upper Pleistocene, we have the presence of endemic island fauna. During the Upper Pliocene and Pleistocene, there were strong and rapid climatic changes. Glacial periods were followed by warmer interglacial periods.
New research has shown that there may have been as many as 30 glacial periods during the last three million years, approximately one every 100,000 years.
During the glacial periods, the land area of Cyprus increased, but the island was never connected with the nearby mainland. Only dispersal across the sea can explain the unique composition of the endemic fauna of Cyprus, as animals capable of swimming reached the island.
Herbivorous animals are excellent swimmers, unlike large carnivores. Sea level during these periods was approximately 100–120 metres lower than it is today.
It is estimated that during the Pleistocene glaciations, Cyprus was approximately 30 km from the nearest land, in the Gulf of Alexandretta, with many small islands in between.
Therefore, either by swimming or floating on tree trunks, these animals were able to reach the island and colonise it.
These animals included hippopotamuses (Phanourios minutus), elephants (E. cypriotes), initially of normal large size, the genet, several species of rodents, including shrews and spiny mice, land tortoises, freshwater turtles, birds and reptiles.
The Pleistocene fauna of Cyprus, like that of other Mediterranean islands such as Crete, Sardinia, Rhodes, Tilos, Corsica and Sicily, is characterised as unbalanced because of the absence of large carnivorous animals.
In Cyprus, the only carnivorous animal of the Pleistocene was a species of genet (Genetta plesictoides), a small carnivore smaller than a cat that fed on lizards, birds and rodents.
Plants and animals living in geographically isolated areas have a tendency to develop endemic forms.
One of the most impressive results of this isolation is the development of gigantic forms among small vertebrates—reptiles, birds and mammals—and the development of dwarf forms among large animals, such as elephants, hippopotamuses and deer.
The causes of dwarfism and gigantism in island ecosystems include the small size of islands compared with continental areas, reduced food resources, the absence of enemies or predators, reduction of the gene pool and inbreeding.
After being affected by dwarfism, the Cypriot elephants and hippopotamuses reached a length of up to 1.5 metres, a height of approximately 75 centimetres, and a weight of about 250 kilograms.
Their small size gave them greater agility and adaptability to the relatively mountainous and semi-mountainous environment of Cyprus and to its limited food resources. This was yet another wonder of nature, in which the sole purpose of dwarfism was the survival of the animals and the continuation of the species.
Over thousands of years, because of their isolation within the island environment, these animals evolved into endemic animals of Cyprus. When we say endemic animals of Cyprus, we mean that these animals lived in Cyprus and nowhere else in the world.
The first report concerning the existence of these animals in Cyprus was made by the British palaeontologist Dorothea Bate in 1903.
To be continued next Sunday: “The Creation of the Island of Cyprus (Part B)” – By George Konstantinou – Politis Newspaper, 17/3/2019
GEORGE KONSTANTINOU
George Konstantinou was born in 1960 in Nicosia and is a naturalist and researcher of Cypriot biodiversity. He is a wildlife photographer and filmmaker and President of the Cyprus Natural Heritage and Biodiversity Protection Association. He is tirelessly active on social media regarding the environment and biodiversity of our country.
Contact: fanigeorge@hotmail.com
Tel.: 96376823








No comments:
Post a Comment